μόλυνση


μόλυνση

infeksion
kontaminim
ndotje π.χ (μόλυνση της ατμόσφαιρας – ndotje e atmosferës)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μόλυνση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%cf%8c%ce%bb%cf%85%ce%bd%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *