μόλυνση


μόλυνση

infeksion
kontaminim
ndotje π.χ (μόλυνση της ατμόσφαιρας – ndotje e atmosferës)


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "μόλυνση":
μόλυνση → wiktionary
μόλυνση → wikipedia
μόλυνση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/μόλυνση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%cf%8c%ce%bb%cf%85%ce%bd%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"μόλυνση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *