μόριο


μόριο

molekulë
grimcë π.χ (μόρια σκόνης – grimca pluhuri)
pjesëz π.χ (Τα μόρια είναι μικρές λέξεις με γενική σημασία – Pjesëzat janë fjalë të vogla me kuptim të përgjithshëm)


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "μόριο":
μόριο → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%cf%8c%cf%81%ce%b9%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"μόριο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"μόριο"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *