μόριο


μόριο

molekulë
grimcë π.χ (μόρια σκόνης – grimca pluhuri)
pjesëz π.χ (Τα μόρια είναι μικρές λέξεις με γενική σημασία – Pjesëzat janë fjalë të vogla me kuptim të përgjithshëm)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μόριο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%cf%8c%cf%81%ce%b9%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *