ομιλητικός


ομιλητικός

që flet
fjalëshumë
llafazan

komunikues/ i komunikueshëm


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ομιλητικός":
ομιλητικός → wiktionary
ομιλητικός → wikipedia
ομιλητικός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ομιλητικός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ομιλητικός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *