ρεύμα


ρεύμα

rrymë
rrymë elektrike
rrjedhë

lëvizje π.χ. (φιλοσοφικό ρεύμα – lëvizje filozofike)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ρεύμα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bc%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *