τορπιλίζω


τορπιλίζω

(folje)
gjuaj me silurë/ siluroj

sabotoj π.χ (τορπιλίζω μια πρωτοβουλία – sabotoj një nismë)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "τορπιλίζω," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%84%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%bb%ce%af%ce%b6%cf%89.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *