φαινομενικός


φαινομενικός

(επίθετο – mbiemër)

i dukshëm

 

ενικός
ονομαστική φαινομενικός φαινομενική φαινομενικό
γενική φαινομενικού φαινομενικής φαινομενικού
αιτιατική φαγώσιμο φαινομενική φαινομενικό
κλητική φαινομενικέ φαινομενική φαινομενικό
πληθυντικός
ονομαστική φαινομενικοί φαινομενικές φαινομενικά
γενική φαινομενικών φαινομενικών φαινομενικών
αιτιατική φαινομενικούς φαινομενικές φαινομενικά
κλητική φαινομενικοί φαινομενικές φαινομενικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φαινομενικός":
φαινομενικός → wiktionary
φαινομενικός → wikipedia
φαινομενικός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φαινομενικός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φαινομενικός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *