φρέσκος


φρέσκος

(επίθετο – mbiemër)

i freskët

 

ενικός
ονομαστική φρέσκος φρεσκότερη φρέσκο
γενική φρέσκου φρεσκότερης φρέσκου
αιτιατική φρέσκο φρεσκότερη φρέσκο
κλητική φρέσκε φρεσκότερη φρέσκο
πληθυντικός
ονομαστική φρέσκοι φρεσκότερες φρέσκα
γενική φρέσκων φρέσκων φρέσκων
αιτιατική φρέσκους φρεσκότερες φρέσκα
κλητική φρέσκοι φρεσκότερες φρέσκα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φρέσκος":
φρέσκος → wiktionary
φρέσκος → wikipedia
φρέσκος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φρέσκος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%81%ce%ad%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φρέσκος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *