φυματίωση


φυματίωση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

tuberkuloz

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η φυματίωση
γενική της φυματίωσης / φυματιώσεως
αιτιατική τη φυματίωση
κλητική φυματίωση

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φυματίωση":
φυματίωση → wiktionary
φυματίωση → wikipedia
φυματίωση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φυματίωση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%85%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%af%cf%89%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φυματίωση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *