χάντμπολ


χάντμπολ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)
hendboll


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χάντμπολ":
χάντμπολ → wiktionary
χάντμπολ → wikipedia
χάντμπολ → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χάντμπολ

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%bc%cf%80%ce%bf%ce%bb
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χάντμπολ," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *