χειρουργός


χειρουργός

(ουσιαστικό αρσενικό ή θηλυκό- emër. gjin. mashk. ose fem.)
kirurg

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο/η χειρουργός οι χειρουργοί
γενική του/της χειρουργού των χειρουργών
αιτιατική τον/την χειρουργό τους/της χειρουργούς
κλητική χειρουργέ χειρουργοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χειρουργός":
χειρουργός → wiktionary
χειρουργός → wikipedia
χειρουργός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χειρουργός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b3%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χειρουργός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *