χειρουργός


χειρουργός

(ουσιαστικό αρσενικό ή θηλυκό- emër. gjin. mashk. ose fem.)
kirurg

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο/η χειρουργός οι χειρουργοί
γενική του/της χειρουργού των χειρουργών
αιτιατική τον/την χειρουργό τους/της χειρουργούς
κλητική χειρουργέ χειρουργοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χειρουργός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b3%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *