χορευτής


χορευτής

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

kërcimtar

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χορευτής οι χορευτές
γενική του χορευτή των χορευτών
αιτιατική το(ν) χορευτή των χορευτές
κλητική χορευτή χορευτές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χορευτής":
χορευτής → wiktionary
χορευτής → wikipedia
χορευτής → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χορευτής

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ae%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χορευτής," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *