ψεκαστήρας


ψεκαστήρας

spërkatës
(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική ο ψεκαστήρας οι ψεκαστήρες
Γενική του ψεκαστήρα των ψεκαστήρων
Αιτιατική τον ψεκαστήρα τους ψεκαστήρες
Κλητική ψεκαστήρα ψεκαστήρες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ψεκαστήρας":
ψεκαστήρας → wiktionary
ψεκαστήρας → wikipedia
ψεκαστήρας → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ψεκαστήρας

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%88%ce%b5%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b1%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ψεκαστήρας," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *