ωκεανός


ωκεανός

oqean
(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

ενικος πληθυντικός
Ονομαστική ο ωκεανός οι ωκεανοί
Γενική του ωκεανού των ωκεανών
Αιτιατική τον ωκεανό τους ωκεανούς
Κλητική ωκεανέ ωκεανοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ωκεανός":
ωκεανός → wiktionary
ωκεανός → wikipedia
ωκεανός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ωκεανός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%89%ce%ba%ce%b5%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ωκεανός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *