απαρέμφατο


απαρέμφατο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

paskajore

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το απαρέμφατο τα απαρέμφατα
γενική του απαρεμφάτου των απαρεμφάτων
αιτιατική το απαρέμφατο τα απαρέμφατα
κλητική απαρέμφατο απαρέμφατα
[cite]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *