άνδρας


άνδρας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

burrë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο άνδρας οι άνδρες
γενική του άνδρα των ανδρών
αιτιατική τον άνδρα τους άνδρες
κλητική άνδρα άνδρες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άνδρας":
άνδρας → wiktionary
άνδρας → wikipedia
άνδρας → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/άνδρας

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b1%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άνδρας," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *