αίρεση


αίρεση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

sekt
herezi

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αίρεση οι αιρέσεις
γενική της αίρεσης / αιρέσεως των αιρέσεων
αιτιατική την αίρεση τις αιρέσεις
κλητική αίρεση αιρέσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αίρεση":
αίρεση → wiktionary
αίρεση → wikipedia
αίρεση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αίρεση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%af%cf%81%ce%b5%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αίρεση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *