αμαρτία


αμαρτία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

mëkat

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αμαρτία οι αμαρτίες
γενική της αμαρτίας των αμαρτιών
αιτιατική την αμαρτία τις αμαρτίες
κλητική αμαρτία αμαρτίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αμαρτία":
αμαρτία → wiktionary
αμαρτία → wikipedia
αμαρτία → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αμαρτία

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αμαρτία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *