αμφιλεγόμενος


αμφιλεγόμενος

(επίθετο – mbiemër)

i diskutueshëm
kundërshtues

ενικός
ονομαστική αμφιλεγόμενος αμφιλεγόμενη αμφιλεγόμενο
γενική αμφιλεγόμενου αμφιλεγόμενης αμφιλεγόμενου
αιτιατική αμφιλεγόμενο αμφιλεγόμενη αμφιλεγόμενο
κλητική αμφιλεγόμενε αμφιλεγόμενη αμφιλεγόμενο
πληθυντικός
ονομαστική αμφιλεγόμενοι αμφιλεγόμενες αμφιλεγόμενα
γενική αμφιλεγόμενων αμφιλεγόμενων αμφιλεγόμενων
αιτιατική αμφιλεγόμενους αμφιλεγόμενες αμφιλεγόμενα
κλητική αμφιλεγόμενοι αμφιλεγόμενες αμφιλεγόμενα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αμφιλεγόμενος":
αμφιλεγόμενος → Ελληνοπαίδεια
αμφιλεγόμενος → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/αμφιλεγόμενος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bc%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b5%ce%b3%cf%8c%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αμφιλεγόμενος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αμφιλεγόμενος"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *