αντιλόπη


αντιλόπη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

antilopë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αντιλόπη οι αντιλόπες
γενική της αντιλόπης των αντιλοπών
αιτιατική την αντιλόπη τις αντιλόπες
κλητική αντιλόπη αντιλόπες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αντιλόπη":
αντιλόπη → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αντιλόπη," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αντιλόπη"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *