βιβλιοθηκάριος


βιβλιοθηκάριος

(ουσιαστικό αρσενικό ή θηλυκό- emër. gjin. mashk. ose fem.)

bibliotekar

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο/η βιβλιοθηκάριος οι βιβλιοθηκάριοι
γενική του/της βιβλιοθηκαρίου / βιβλιοθηκάριου των βιβλιοθηκαρίων / βιβλιοθηκάριων
αιτιατική το/τη βιβλιοθηκάριο τους/τις βιβλιοθηκαρίους / βιβλιοθηκάριους
κλητική βιβλιοθηκάριε βιβλιοθηκάριοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βιβλιοθηκάριος":
βιβλιοθηκάριος → wiktionary
βιβλιοθηκάριος → wikipedia
βιβλιοθηκάριος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βιβλιοθηκάριος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf%ce%b8%ce%b7%ce%ba%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βιβλιοθηκάριος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *