βουδιστικός


βουδιστικός

(επίθετο – mbiemër)

Budist

ενικός
ονομαστική βουδιστικός βουδιστική βουδιστικό
γενική βουδιστικού βουδιστικής βουδιστικού
αιτιατική βουδιστικό βουδιστική βουδιστικό
κλητική βουδιστικέ βουδιστική βουδιστικό
πληθυντικός
ονομαστική βουδιστικοί βουδιστικές βουδιστικά
γενική βουδιστικών βουδιστικών βουδιστικών
αιτιατική βουδιστικούς βουδιστικές βουδιστικά
κλητική βουδιστικοί βουδιστικές βουδιστικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βουδιστικός":
βουδιστικός → wiktionary
βουδιστικός → wikipedia
βουδιστικός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βουδιστικός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βουδιστικός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *