Βούδας


Βούδας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

Buda

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο Βούδας
γενική του Βούδα
αιτιατική το Βούδα
κλητική Βούδα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Βούδας":
Βούδας → wiktionary
Βούδας → wikipedia
Βούδας → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Βούδας

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b1%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Βούδας," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *