γάτα


γάτα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

mace

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η γάτα οι γάτες
γενική της γάτας των γατών
αιτιατική τη γάτα τις γάτες
κλητική γάτα γάτες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "γάτα":
γάτα → wiktionary
γάτα → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/γάτα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b3%ce%ac%cf%84%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"γάτα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"γάτα"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *