γέλιο


γέλιο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

qeshje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το γέλιο τα γέλια
γενική του γέλιου των γέλιων
αιτιατική το γέλιο τα γέλια
κλητική γέλιο γέλια

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "γέλιο":
γέλιο → wiktionary
γέλιο → wikipedia
γέλιο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/γέλιο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b3%ce%ad%ce%bb%ce%b9%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"γέλιο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"γέλιο"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *