γαρύφαλλο


γαρύφαλλο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

karafil

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το γαρύφαλλο τα γαρύφαλλα
γενική του γαρυφάλλου / γαρύφαλλου των γαρυφάλλων / γαρύφαλλων
αιτιατική το γαρύφαλλο τα γαρύφαλλα
κλητική γαρύφαλλο γαρύφαλλα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "γαρύφαλλο":
γαρύφαλλο → wiktionary
γαρύφαλλο → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/γαρύφαλλο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b3%ce%b1%cf%81%cf%8d%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"γαρύφαλλο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"γαρύφαλλο"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *