φαρμακοποιός


φαρμακοποιός

(ουσιαστικό αρσενικό ή θηλυκό- emër. gjin. mashk. ose fem.)

farmacist

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο/η φαρμακοποιός οι φαρμακοποιοί
γενική του/της φαρμακοποιού των φαρμακοποιών
αιτιατική το/τη φαρμακοποιό τους/ τις φαρμακοποιούς
κλητική φαρμακοποιέ φαρμακοποιοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φαρμακοποιός":
φαρμακοποιός → wiktionary
φαρμακοποιός → wikipedia
φαρμακοποιός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φαρμακοποιός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%b9%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φαρμακοποιός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *