φινλανδικός


φινλανδικός

(επίθετο – mbiemër)

finlandez

 

ενικός
ονομαστική φιλανδικός φιλανδική φιλανδικό
γενική φιλανδικού φιλανδικής φιλανδικού
αιτιατική φιλανδικό φιλανδική φιλανδικό
κλητική φιλανδικέ φιλανδική φιλανδικό
πληθυντικός
ονομαστική φιλανδικοί φιλανδικές φιλανδικά
γενική φιλανδικών φιλανδικών φιλανδικών
αιτιατική φιλανδικούς φιλανδικές φιλανδικά
κλητική φιλανδικοί φιλανδικές φιλανδικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φινλανδικός":
φινλανδικός → wiktionary
φινλανδικός → wikipedia
φινλανδικός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φινλανδικός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%ce%b9%ce%bd%ce%bb%ce%b1%ce%bd%ce%b4%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φινλανδικός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *