φρονιμίτης


φρονιμίτης

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

dhëmb i pjekurisë

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο φρονιμίτης οι φρονιμίτες
γενική του φρονιμίτη των φρονιμιτών
αιτιατική το φρονιμίτη τους φρονιμίτες
κλητική φρονιμίτη φρονιμίτες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φρονιμίτης":
φρονιμίτης → wiktionary
φρονιμίτης → wikipedia
φρονιμίτης → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φρονιμίτης

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%bc%ce%af%cf%84%ce%b7%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φρονιμίτης," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *