χίπης


χίπης

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

hipis

Εναλλακτική μορφή: χίπις

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χίπης οι χίπηδες
γενική του χίπη των χίπηδων
αιτιατική το(ν) χίπη τους χίπηδες
κλητική χίπη χίπηδες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χίπης," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%af%cf%80%ce%b7%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *