χαιρετισμός


χαιρετισμός

(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)

përshëndetje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χαιρετισμός οι χαιρετισμοί
γενική του χαιρετισμού των χαιρετισμών
αιτιατική τον χαιρετισμό τους χαιρετισμούς
κλητική χαιρετισμέ χαιρετισμοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαιρετισμός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *