χαλί


χαλί


(ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
qilim

tapet

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χαλί οι χαλιά
γενική του χαλιού των χαλιών
αιτιατική το χαλί τα χαλιά
κλητική χαλί χαλιά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαλί," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%af.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *