χαρτοκιβώτιο


χαρτοκιβώτιο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
kuti kartoni

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χαρτοκιβώτιο τα χαρτοκιβώτια
γενική του χαρτοκιβωτίου & χαρτοκιβώτιου των χαρτοκιβωτίων & χαρτοκιβώτιων
αιτιατική το χαρτοκιβώτιο τα χαρτοκιβώτια
κλητική χαρτοκιβώτιο χαρτοκιβώτια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαρτοκιβώτιο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b2%cf%8e%cf%84%ce%b9%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *