χαρτονόμισμα


χαρτονόμισμα


( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
kartëmonedhë
bankë-notë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χαρτονόμισμα τα χαρτονομίσματα
γενική του χαρτονομίσματος των χαρτονομισμάτων
αιτιατική το χαρτονόμισμα τα χαρτονομίσματα
κλητική χαρτονόμισμα χαρτονομίσματα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαρτονόμισμα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%bf%ce%bd%cf%8c%ce%bc%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *