χείλος


χείλος

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
buzë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χείλος τα χείλη
γενική του χείλους των χειλέων
αιτιατική το χείλος τα χείλη
κλητική χείλος χείλη

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χείλος":
χείλος → wiktionary
χείλος → wikipedia
χείλος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χείλος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bb%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χείλος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *