χειροτεχνία


χειροτεχνία

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
artizanat
mjeshtëri
punë dore

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χειροτεχνία οι χειροτεχνίες
γενική της χειροτεχνίας των χειροτεχνιών
αιτιατική τη(ν) χειροτεχνία τις χειροτεχνίες
κλητική χειροτεχνία χειροτεχνίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χειροτεχνία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *