χρηματιστήριο


χρηματιστήριο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

bursë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χρηματιστήριο τα χρηματιστήρια
γενική του χρηματιστηρίου των χρηματιστηρίων
αιτιατική το χρηματιστήριο τα χρηματιστήρια
κλητική χρηματιστήριο χρηματιστήρια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χρηματιστήριο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *