χυμός


χυμός

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

lëng

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χυμός οι χυμοί
γενική του χυμού των χυμών
αιτιατική το χυμό τους χυμούς
κλητική χυμέ χυμοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χυμός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%85%ce%bc%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *