γδάρσιμο


γδάρσιμο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

rrjepje
gërryerje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το γδάρσιμο τα γδαρσίματα
γενική του γδαρσίματος των γδαρσιμάτων
αιτιατική το γδάρσιμο τα γδαρσίματα
κλητική γδάρσιμο γδαρσίματα
[cite]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *