ανακοίνωση


ανακοίνωση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

njoftim
komunikim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανακοίνωση οι ανακοινώσεις
γενική της ανακοίνωσης / ανακοινώσεως των ανακοινώσεων
αιτιατική την ανακοίνωση τις ανακοινώσεις
κλητική ανακοίνωση ανακοινώσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανακοίνωση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%bf%ce%af%ce%bd%cf%89%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *