Ανδόρα


Ανδόρα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

(gjeog.)
Andorra

ενικός
ονομαστική η Ανδόρα
γενική της Ανδόρας
αιτιατική την Ανδόρα
κλητική Ανδόρα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Ανδόρα":
Ανδόρα → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%8c%cf%81%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Ανδόρα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"Ανδόρα"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *