χρέος


χρέος

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

borxh

hua

detyrim π.χ (το χρέος προς τους γονείς – detytimi ndaj prindërve)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χρέος τα χρέη
γενική του χρέους των χρεών
αιτιατική το χρέος τα χρέη
κλητική χρέος χρέη

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χρέος":
χρέος → wiktionary
χρέος → wikipedia
χρέος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χρέος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%ad%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χρέος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *