χωρητικότητα


χωρητικότητα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

kapacitet

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χωρητικότητα οι χωρητικότητες
γενική της χωρητικότητας των χωρητικοτήτων
αιτιατική τη χωρητικότητα τις χωρητικότητες
κλητική χωρητικότητα χωρητικότητες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χωρητικότητα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *