αλουμίνιο


αλουμίνιο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

alumin

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αλουμίνιο τα αλουμίνια
γενική του αλουμινίου των αλουμινίων
αιτιατική το αλουμίνιο τα αλουμίνια
κλητική αλουμίνιο αλουμίνια

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αλουμίνιο":
αλουμίνιο → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%af%ce%bd%ce%b9%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αλουμίνιο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αλουμίνιο"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *